Μεγάλο Θέατρο

Άποψη του κοίλου και της ορχήστρας

Μεγάλο Θέατρο

Αεροφωτογραφία του Θεάτρου πριν τις εργασίες αποκατάστασης

Το ρωμαϊκό Θέατρο της Νικόπολης βρίσκεται στις νότιες υπώρειες του ιερού λόφου του Απόλλωνα, σε μικρή απόσταση, ΒΑ του Σταδίου. Μολονότι δεν μνημονεύεται από τον γεωγράφο και ιστορικό Στράβωνα, ο οποίος αναφέρει το Στάδιο και το Γυμνάσιο, η αρχαιολογική έρευνα τοποθετεί και το θέατρο στο ίδιο οικοδομικό πρόγραμμα, αυτό του αυτοκράτορα Αυγούστου. Στα χρόνια του Αδριανού (100-150 μ.Χ.) εκτελείται ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ανακαίνισης του Θεάτρου που του έδωσε την μορφή που διατηρεί έως σήμερα.

Στο σύγγραμμα του Ρωμαίου αρχιτέκτονα Βιτρούβιου (θάνατος 15 π.Χ.) De Arcitectura περιγράφονται τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του “ιδανικού” θεάτρου κατά τον ρωμαϊκό τρόπο και τα χαρακτηριστικά των ελληνικών θεάτρων σε σύγκριση με τα ρωμαϊκά: Το κοίλο των ελληνικών θεάτρων στηριζόταν πάντοτε απευθείας σε επίπεδο φυσικών πρανών με ανάλογες κατά περίπτωση διευθετήσεις και αποχωματώσεις. Στα ρωμαϊκά θέατρα εμφανίζεται η καινοτομία της στήριξης του κοίλου σε θολωτές υποδομές που θεμελιώνονταν σε επίπεδο έδαφος. Η τεχνική αυτή επέτρεπε την ανέγερση θεάτρων σε αστικά κέντρα εφόσον δεν απαιτούσε πλέον την ύπαρξη φυσικών πρανών.

Το ελληνικό θέατρο έχει μια διακριτή τριμερή διάταξη (σκηνή, ορχήστρα, κοίλο) που στο ρωμαϊκό ενώθηκε σε ένα ενιαίο κτίσμα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια ημικυκλική ορχήστρα που πλέον δεν αποτελούσε μέρος της σκηνικής δράσης καθώς οι ηθοποιοί έπαιζαν πάνω στο προσκήνιο.
Ακόμη, στο ρωμαϊκό θέατρο, οι πάροδοι ήταν θολωτοί διάδρομοι (aditus maximi) ενώ και οι προσβάσεις από και προς το κοίλο ήταν επίσης θολωτές (vomitoria). Μεταξύ ορχήστρας και προσκηνίου υπήρχε μια αύλακα για τον μηχανισμό που ανεβοκατέβαζε την αυλαία (aulaeum). Η αυλαία όταν ήταν σηκωμένη κάλυπτε τη σκηνή και όταν έπεφτε εντός της αύλακας άρχιζε η παράσταση, εξ ού και η έκφραση aulaea premutur (η αυλαία πέφτει).

Τα μέρη του ρωμαϊκού Θεάτρου

Η αρχαιολογική έρευνα τοποθετεί το θέατρο στο οικοδομικό πρόγραμμα του αυτοκράτορα Αυγούστου. Στα χρόνια του Αδριανού (100-150 μ.Χ.) εκτελείται ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ανακαίνισης του Θεάτρου που του έδωσε τη μορφή που διατηρεί έως σήμερα.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 γίνονται εργασίες συντήρησης και στερέωσης διαφόρων μνημείων, μεταξύ των οποίων και το Θέατρο. Τις δεκαετίες του 1970 και 1980 πραγματοποιήθηκαν επείγουσες στερεωτικές εργασίες σε διάφορα τμήματα του μνημείου, τα οποία κινδύνευαν με κατάρρευση.

Το 1984 έλαβε χώρα στην Πρέβεζα το Α’ Διεθνές Συμπόσιο για τη Νικόπολη. Σύμφωνα με τις προτάσεις που κατατέθηκαν σε αυτό, συστάθηκε το 1987 η Επιστημονική Επιτροπή Νικόπολης με στόχο τη διάσωση των αρχαιοτήτων και τη σταδιακή διαμόρφωση του χώρου σε Αρχαιολογικό Πάρκο. Πρόεδροι της Επιστημονικής Επιτροπής διετέλεσαν οι Επίτιμοι Έφοροι Αρχαιοτήτων Δρ Κωνσταντίνος Ζάχος (1987-2014) και Δρ Ευγενία Χαλκιά (2014-2015).

Το 1990 πραγματοποιήθηκαν δοκιμαστικές τομές σε διάφορα σημεία του μνημείου, που αποσκοπούσαν στη συλλογή δεδομένων ενόψει της δρομολόγησης τοπογραφικών εργασιών. Εντοπίστηκε ο αναλημματικός τοίχος νότια του σκηνικού οικοδομήματος, ο οποίος ήταν γνωστός από τα σχέδια του Donaldson. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, κατασκευάστηκε σύστημα αντιστήριξης σε μεγάλο τμήμα του περιμετρικού τοίχου του κοίλου και στη συνέχεια έγιναν στερεωτικές εργασίες στο σκηνικό οικοδόμημα.

Η σοβαρά επικίνδυνη κατάσταση διατήρησης του μνημείου σε συνδυασμό με την επιτάχυνση διάβρωση της τοιχοποιίας λόγω της χλωρίδας και του άμεσου κινδύνου κατάρρευσης τμημάτων του, οδήγησαν στον προγραμματισμό ενός σχεδίου δράσης που θα απέτρεπε την επιδείνωση της κατάστασης. Έπειτα από την σύνταξη της σχετικής μελέτης, το Θέατρο εντάχθηκε στο πρόγραμμα ΕΣΠΑ 2004-2020 με δύο φάσεις υλοποίησης (Α΄και Β΄) κατά τη διάρκεια των οποίων διενεργήθηκαν και ανασκαφικές έρευνες που έφεραν στο φως νέα δεδομένα για τα επί μέρους στοιχεία της μορφολογίας του αλλά και πολλά κινητά ευρήματα (επιγραφές, τμήματα γλυπτών κ.ά.) που συμπληρώνουν την εικόνα του χώρου. Πραγματοποιήθηκαν στερεωτικές επεμβάσεις αλλά και αναστηλωτικές εργασίες καθώς και μια σειρά υποστηρικτικών μελετών με αρχιτεκτονικές, τοπογραφικές και γεωφυσικές αποτυπώσεις καθώς και επιστημονικά τεκμηριωμένες αναφορές για την εξέλιξη των εργασιών σε κάθε στάδιο.

Ο προσανατολισμός του Θεάτρου δεν ακολουθεί εκείνον των οδών και των περισσότερων κτισμάτων της πόλης. Η επιλογή αυτή υπαγορεύτηκε προφανώς από την ανάγκη προσαρμογής στο φυσικό ανάγλυφο, εφόσον το μνημείο δεν κτίστηκε σε επίπεδο έδαφος. Αν και έχει υποστεί μεγάλες φθορές από πολλούς παράγοντες, ακόμη και κατά το πρόσφατο παρελθόν, όταν στον ελληνοϊταλικό πόλεμο το κοίλο χρησιμοποιήθηκε από τους Ιταλούς ως αντιαεροπορικό πολυβολείο, αποτελεί ένα από τα επιβλητικότερα μνημεία του αρχαιολογικού χώρου της Νικόπολης, λόγω της διατήρησής του σε μεγάλο ύψος αλλά και της εξέχουσας και περίοπτης θέσης του.

Το Θέατρο της Νικόπολης συγκεντρώνει όλα εκείνα τα στοιχεία που το εντάσσουν στα ρωμαϊκού τύπου θέατρα: περιμετρικός αναλημματικός τοίχος, αναλήμματα εκατέρωθεν του σκηνικού οικοδομήματος, ανώτερο τμήμα του κοίλου με θολοσκεπείς εισόδους, προσκήνιο (pulpitum) και ορχήστρα, πάροδοι και κάτω κοίλο (ima cavea) με λίθινα εδώλια. Με κριτήριο τη θέση και τον τρόπο δόμησης αναγνωρίζονται δύο οικοδομικές φάσεις. Στην πρώτη (τέλη 1ου π.Χ/αρχές 1ου μ.Χ. αιώνα) ανήκουν ο περιμετρικός τοίχος, τα αναλήμματα, οι πάροδοι καθώς και τμήμα του κοίλου και του σκηνικού οικοδομήματος. Στη δεύτερη φάση πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες μετασκευές και προσθήκες σε τμήματα του κοίλου και του σκηνικού οικοδομήματος.

Ο περιμετρικός τοίχος, τα αναλήμματα και η στοά: Το κατώτερο τμήμα του κοίλου στηρίζεται στο φυσικό πρανές του λόφου, ενώ το ανώτερο σε λιθόκτιστες υποδομές, σύμφωνα με το σύστημα στήριξης του κοίλου των ρωμαϊκών θεάτρων. Περιμετρικά ορίζεται με ημικυκλικό τοίχο υποστηριζόμενο ανά τακτά διαστήματα από αντηρίδες. Στο ανώτερο τμήμα του περιμετρικού τοίχου του κοίλου εξέχουν κατά διαστήματα ζεύγη λίθων καθ’ ύψος για τη στήριξη των ξύλινων στύλων, στους οποίους έδενε η τέντα που προστάτευε τους θεατές από την βροχή και τον ήλιο. Οι λίθοι της ανώτερης σειράς φέρουν διαμπερή οπή και της κατώτερης βάθυνση. Τρεις αψιδωτές είσοδοι (vomitoria) ανοιγμένες συμμετρικά στην περίμετρο, οδηγούσαν μέσω θολωτών διαδρόμων στο αρχικό διάζωμα (praecinctio πλάτους 2,5μ.) που διαχώριζε το άνω από το κάτω κοίλο. Η πρόσβαση των θεατών στα δύο πλαϊνά vomitoria γινόταν με κλιμακοστάσια.

Στο ανώτατο σημείο του κοίλου βρισκόταν η περιμετρική στοά (porticus in summa cavea) που οριζόταν εξωτερικά από συνεχή τοίχο οπτοπλινθοδομής. Τρεις συμμετρικά τοποθετημένες θύρες εξυπηρετούσαν την διέλευση των θεατών, η μεσαία εκ των οποίων βρίσκεται ακριβώς επάνω από το κεντρικό vomitorium.

Τα αναλήμματα στην πρόσοψη του θεάτρου, εκατέρωθεν του σκηνικού οικοδομήματος, είναι κτισμένα με μεγάλες λιθοπλίνθους, οι οποίες προέρχονται από αρχαιότερα οικοδομήματα της περιοχής και συχνά φέρουν τόρμους ή άλλα στοιχεία της πρώτης χρήσης τους. Δύο θολωτές κεκλιμένες πάροδοι (aditus maximi) εκατέρωθεν του σκηνικού οικοδομήματος, οδηγούσαν στην ορχήστρα. Πάνω από τη δυτική πάροδο αποκαλύφθηκε θεωρείο (tribunalium), η διακεκριμένη θέση για τους αξιωματούχους. Στοιχεία αντίστοιχου θεωρείου εντοπίζονται και στα ερείπια της ανατολικής παρόδου.

Το Κοίλο (cavea): Περιμετρικά του τόξου της ημικυκλικής ορχήστρας αναπτύσσεται το κοίλο σε δύο ζώνες: το άνω κοίλο (summa cavea) και το κάτω κοίλο (ima cavea). Τα εδώλια του άνω κοίλου ήταν λίθινα και εδράζονταν σε χυτό λιθόδεμα πάνω στις υποδομές που στήριζαν το κοίλο. Στο άνω κοίλο τα εδώλια έχουν λιθολογηθεί στο παρελθόν, εκτός από ολιγάριθμα δείγματα. Ορισμένα φέρουν επιγραφές με τα ονόματα των κατόχων της θέσης. Σημαντικός αριθμός εδωλίων του κάτω κοίλου, τα οποία ήταν κτισμένα πάνω σε φυσικό έδαφος, διατηρούνται κατά χώραν.

Ορχήστρα (orchestra): Η ορχήστρα ήταν ημικυκλική (διαμ. 22μ.) και διατηρεί λίθινο πολύχρωμο δάπεδο από μεγάλες ασβεστολιθικές και μαρμάρινες πλάκες. Το κέντρο χάραξης του ημικυκλίου της βρίσκεται στο μέσον της νοητής διαμέτρου που ορίζουν οι τοίχοι του δυτικού και ανατολικού αναλήμματος.

Σκηνικό Οικοδόμημα: Το σκηνικό οικοδόμημα της πρώτης οικοδομικής φάσης κατεδαφίστηκε και αντικαταστάθηκε με νεότερο, το οποίο διατήρησε την αρχική χάραξη του κτίσματος. Το νεότερο κτίσμα (44Χ6μ.), που σε ορισμένα τμήματα διατηρείται 9μ. πάνω από τη σημερινή στάθμη του εδάφους, κτίστηκε εξ ολοκλήρου με οπτοπλίνθους κατά το σύστημα δομής opus testaceum.

Η πρόσοψη της σκηνής (scaenae frons) ήταν ευθύγραμμη και έφερε στο ισόγειο τρεις τοξωτές εισόδους, από τις οποίες η κεντρική (valva regia) διαμορφώνεται μέσα σε κόγχη, ενώ οι δύο πλαϊνές (valvae hospitaliae) είναι χαμηλότερου ύψους.

Οι δύο τοίχοι της σκηνής, ο εσωτερικός (σκηνική πρόσοψη ή scaenae frons) και ο εξωτερικός, απέχουν μεταξύ τους 2,70μ., δημιουργώντας έναν μακρόστενο χώρο, το εσωτερικό της σκηνής (postscaenium). Η κάλυψη του postscaenium, τουλάχιστον στο ύψος του πρώτου ορόφου, ήταν θολωτή, αποτελούμενη από επτά εγκάρσιες καμάρες, οι οποίες στηρίζονταν σε έξι εγκάρσιους τοίχους, με ένα άνοιγμα στον καθένα για την διέλευση μεταξύ των χώρων. Η σκηνική πρόσοψη (μήκους 37μ.) διακοσμούνταν με διώροφη προεξέχουσα πρόσταση αποτελούμενη από κιονοστοιχία με ευθύγραμμο θριγκό.

Κατά μήκος της πρόσοψης εκτείνεται το προσκήνιο (pulpitum) πλάτους 4,5μ. Εδώ λάμβαναν χώρα τα δρώμενα των παραστάσεων και όχι στην ορχήστρα. Στην πρόσοψή του το προσκήνιο έφερε εναλλασσόμενες ημικυκλικές και ορθογώνιες κόγχες με πολύχρωμη ορθομαρμάρωση. Πίσω από τις κόγχες υπήρχε η αύλακα για τον μηχανισμό της αυλαίας.

Το προσκήνιο πλαισιώνεται από τα παρασκήνια (versurae), ορθογωνικά, πολυώροφα κτίσματα με εισόδους προς το προσκήνιο.

Από το κτίσμα της πρώτης οικοδομικής φάσης διατηρήθηκαν ορισμένα τμήματα του τοίχου της πρόσοψης της σκηνής, ενσωματωμένα στους νεότερους τοίχους, καθώς και οι θεμελιώσεις, όπου κρίθηκαν επαρκείς. Τα κατακερματισμένα δομικά υλικά από την κατεδάφιση του οικοδομήματος της πρώτης φάσης χρησιμοποιήθηκαν ως αδρανή στο λιθόδεμα της θεμελίωσης της νέας κατασκευής.

Στο ιερό του Ακτίου Απόλλωνα, το οποίο ανήκε στη δικαιοδοσία του Ανακτορίου, αποικίας των Κορινθίων στον Αμβρακικό Κόλπο, τελούνταν τα Άκτια, αγώνες προς τιμήν του Απόλλωνα (Στράβων 7.7.6). Ο Αύγουστος αναδιοργάνωσε και κατέστησε λαμπρότερους τους τοπικούς αγώνες των Ακαρνάνων, αφενός για να διαιωνίσει την κοσμοϊστορική νίκη του και αφετέρου για να τιμήσει τον θεό Απόλλωνα, στη βοήθεια του οποίου αποδόθηκε η νικηφόρα έκβαση της ναυμαχίας.

Τα νέα Άκτια αναφέρονται στις πηγές ως Άκτια, Άκτια εν Νικοπόλει, Άκτια μεγάλα Καισάρεια, τα Αυγούστου Άκτια. Σύμφωνα με τα δεδομένα της έρευνας, τα πρώτα νέα Άκτια θα πρέπει να τελέστηκαν τον Σεπτέμβριο του 27 π.Χ. Οι αγώνες σύντομα απέκτησαν φήμη, όπως συνάγεται από το πλήθος αγωνιστικών επιγραφών που διασώθηκαν στον ρωμαϊκό κόσμο, στις οποίες αναγράφονται οι αγώνες, το άθλημα και το όνομα του νικητή. Σύμφωνα με τις επιγραφές, τα Άκτια τελούνταν συνεχώς, πλην ίσως μιας διακοπής στην εποχή του Καλιγούλα, έως και τον 3ο μ.Χ. αιώνα. Με την επικράτηση του χριστιανισμού, τα Άκτια ακολούθησαν την τύχη των άλλων αθλητικών αγώνων της αρχαιότητας.

Τα αγωνίσματα

Τα νέα Άκτια τελούνταν κάθε τέσσερα χρόνια και περιλάμβαναν γυμνικούς (αθλητικούς) αγώνες, αγώνες καλλιτεχνικών δεξιοτήτων και ιπποδρομίες. Είναι βέβαιο πως κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους στην περίοδο των Πανελλήνιων αγώνων προστέθηκαν και τα Άκτια ως πέμπτη διοργάνωση. Οι ιεροί αγώνες, όπως τα Άκτια είχαν ως έπαθλο στέφανο (στεφανίτες αγώνες) με συνηθέστερο τον στέφανο από ένα είδος καλαμιού, από δάφνη και, κατά πάσα πιθανότητα, από κισσό.

Στα Άκτια συμμετείχαν τρεις κατηγορίες αθλητών ως προς την ηλικία, παίδες (13-16 ετών), αγένειοι (17-20 ετών) και άνδρες (21 ετών και άνω). Από τα ελαφρά αγωνίσματα συμπεριλαμβάνονταν το στάδιο, ο δίαυλος, ο δόλιχος και ο οπλίτης δρόμος. Από τα βαρέα αθλήματα αναφέρονται η πάλη, η πυγμή και το παγκράτιον, στα οποία συμμετείχαν και οι τρεις ηλικιακές κατηγορίες. Στο πένταθλο όμως, το οποίο, μαζί με τα ελαφρά αθλήματα (άλμα, δρόμος, ακόντιο), περιλάμβανε δίσκο και πάλη, συμμετείχαν μόνον οι άνδρες και οι αγένειοι. Όσον αφορά στους ιππικούς αγώνες, ενώ αναφέρονται στις φιλολογικές πηγές δεν υπάρχουν αντίστοιχες μαρτυρίες από αγωνιστικές επιγραφές. Εντυπωσιακή ποικιλία παρουσιάζουν τα Άκτια στο καλλιτεχνικό τους μέρος. Στους καταλόγους των Ακτιονικών αναφέρονται ποιητές, σοφιστές, τραγωδοί, κωμωδοί, κήρυκες, σαλπιγκτές, κιθαρωδοί, φωνασκοί (δάσκαλοι ωδικής και απαγγελίας), αυλητές και παντόμιμοι.

Η χώρος τέλεσης και η διοίκηση των Ακτίων

Ως χώρος της τέλεσης των νέων Ακτίων επιλέχτηκε η περιοχή στις παρυφές του λόφου όπου είχε εγκαταστήσει το στρατηγείο του ο Οκταβιανός τις παραμονές της ναυμαχίας. Η επιλογή της θέσης καθορίστηκε κυρίως από λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, που στόχευαν στην ανάδειξη της περιοχής ως ιερού χώρου και ήταν σε πλήρη συμφωνία με το αφήγημα του καθεστώτος, το οποίο πρόβαλε τη νίκη του Οκταβιανού ως βούληση των θεών.

Την επιμέλεια των Ακτίων ανέθεσε ο Οκταβιανός στους Σπαρτιάτες, διότι ήταν οι μόνοι από τους Έλληνες που είχαν ταχθεί στο πλευρό του με επικεφαλής τον Ευρυκλή, ηγεμόνα της Σπάρτης και στενό φίλο του Οκταβιανού, ο οποίος πήρε μέρος στη ναυμαχία του Ακτίου με δικά του πλοία. Αργότερα, η διοίκηση των αγώνων πέρασε στους ίδιους τους Νικοπολίτες, διότι στις πηγές αναφέρεται η Ιερά Ακτιακή Βουλή, η οποία, όπως η αντίστοιχη Βουλή της Ολυμπίας, ήταν υπεύθυνη για τις θρησκευτικές τελετές και την εν γένει οργάνωση των αγώνων.

Μετά την εγκατάλειψη της Νικόπολης και τη βαθμιαία συσσώρευση ερειπίων, ο αρχαιολογικός χώρος μετατράπηκε σε μια οιονεί απέραντη δεξαμενή προσπορισμού οικοδομικού υλικού. Κιονόκρανα, επιστύλια, φατνώματα, οπτόπλινθοι του ρωμαϊκού τείχους κ.ά. εντοπίζονται σε μνημεία της Άρτας και των περιχώρων της εποχής του Δεσποτάτου της Ηπείρου, ενώ η διαρπαγή υλικού συνεχίστηκε και κατά τις περιόδους της Ενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας, αλλά και στους νεότερους χρόνους.

Όταν το Βυζάντιο ψυχορραγούσε, στη δυτική Ευρώπη με επίκεντρο τη Φλωρεντία, αναδυόταν το ρεύμα της Αναγέννησης, στο οποίο κυριαρχούσε η νοσταλγία της κλασικής αρχαιότητας και το ενδιαφέρον των ουμανιστών να επισκεφθούν την Ελλάδα.

Με την επίσκεψη του Κυριακού ντε Πιτσικόλι από την Αγκώνα (Ciriaco de’ Pizzicolli) στη Νικόπολη το 1435 και το 1436, εγκαινιάζεται η αρχαιογνωστική έρευνα της αρχαίας πόλης. Ο Ciriaco de’ Pizzicolli, πρόδρομος του περιηγητισμού, με ορμητήριο την Άρτα πραγματοποίησε εκδρομές στη Νικόπολη την οποία χαρακτηρίζει “μεγάλη πόλη της Ηπείρου” και ταυτίζει με την Δωδώνη.

Στα τέλη του 18ου αιώνα και τις πρώτες δεκαετίες του 19ου, ο αριθμός περιηγητών στην Ήπειρο αυξήθηκε σε εντυπωσιακό βαθμό. Όπως σημειώνει ένας από αυτούς που διέμεινε για αρκετό διάστημα στην Ήπειρο, ο Γάλλος Πρόξενος στην αυλή του Αλή Πασά, François Pouqueville (1770-1838), “όλοι οι περιηγητές που αποβιβάστηκαν στις ακτές της Ηπείρου επισκέφθηκαν, σχεδίασαν και περιέγραψαν τη Νικόπολη”. Τα ονόματα ορισμένων από τους περιηγητές βρίσκονται μέχρι σήμερα χαραγμένα στις πλίνθους του Θεάτρου της Νικόπολης.

Σταθμό αποτελεί η επίσκεψη του Άγγλου συνταγματάρχη William Martin Leake το 1809, ο οποίος το 1835 στο έργο του Travels in Northern Greece σημειώνει ότι ο ερειπιώνας ονομαζόταν από τους ντόπιους Παλαιοπρέβεζα και τα παλαιοχριστιανικά τείχη, Παλαιόκαστρο. Αυτός προσδιόρισε με βάση τα αποσπάσματα του γεωγράφου Στράβωνα, τη θέση του στρατηγείου του Αυγούστου, τη θέση του Γυμνασίου και του λιμανιού στο Βαθύ. Επεσήμανε επίσης ότι το Θέατρο είναι ένα από τα καλύτερα διατηρούμενα ρωμαϊκά θέατρα και σχολίασε τον τρόπο δόμησής του, δηλαδή την οπτοπλινθοδομή σε σχέση με τον ελληνικό τρόπο δόμησης, τον οποίο θεωρούσε ανώτερο. Επίσης, αναφέρει ότι εντόπισε θραύσματα αγαλμάτων από τη διακόσμηση της πρόσοψης της σκηνής, στα οποία διατηρούνται γράμματα από τα ονόματα της Αφροδίτης και της Αθηνάς (ΑΦΡΩ, -ΘΗΝΑΙ).

Το 1813 επισκέφθηκε τη Νικόπολη ο θεολόγος Thomas Smart Hughes, ο πρώτος που αναγνώρισε τις υποδομές για τη στήριξη του συστήματος σκίασης του θεάτρου. Ταύτισε, επίσης λανθασμένα τρεις ασβεστοκαμίνους που υπήρχαν στο κοίλο ως δεξαμενές  νερού.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1820, επισκέφθηκε την Νικόπολη ο Άγγλος αρχιτέκτων Thomas Leverton Donaldson, που εκπόνησε το πρώτο τοπογραφικό σχέδιο της πόλης καθώς και κατόψεις σημαντικών μνημείων, όπως του Θεάτρου και του Ωδείου. Αυτά παραχώρησε αργότερα στον Leake που τα συμπεριέλαβε στο βιβλίο του. Το σχέδιο του Donaldson για το Θέατρο διακρίνεται για την αξιόπιστη απόδοση της κάτοψης των ερειπίων, μολονότι δεν είχε προηγηθεί ανασκαφική έρευνα.

Η συντήρηση και αποκατάσταση του Μεγάλου Θεάτρου της Νικόπολης ξεκίνησε εντατικά το 2012 και συνεχίζεται έως σήμερα. Στις 25 Νοεμβρίου 2011 υπεγράφη Προγραμματική Σύμβαση, μέσω της οποίας η Περιφέρεια Ηπείρου διέθεσε με 100.000,00 ευρώ στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού για την ολοκλήρωση των ανασκαφικών εργασιών και τη φωτογραφική τεκμηρίωση του μνημείου.

Το έργο «Προστασία – συντήρηση και αποκατάσταση του μεγάλου θεάτρου της Νικόπολης (Α΄ Φάση)» εντάχθηκε στο Πρόγραμμα «Ανταγωνιστικότητα και Επιχειρηματικότητα 2007-2013» (Ε.Σ.Π.Α.), με ύψος χρηματοδότησης 1.500.180 ευρώ. Στο πλαίσιο του προγράμματος πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες σωστικές στερεώσεις και αποκαταστάθηκαν αρκετές τοιχοποιίες οπτοπλινθοδομής του σκηνικού οικοδομήματος και της περιμετρικής στοάς στη στέψη του κοίλου. Παράλληλα, αποχωματώθηκε το άνω κοίλο και πραγματοποιήθηκαν οι απαραίτητες ανασκαφικές τομές με τις οποίες προσδιορίστηκε η κατάσταση διατήρησης του μνημείου, ενώ απομακρυνθήκαν, για την ασφάλεια του εργοταξίου, καταπεσμένοι όγκοι τοιχοποιιών. Στο μνημείο τοποθετήθηκε περίφραξη και δημιουργήθηκε διαδρομή περιήγησης περιμετρικά με στάσεις όπου τοποθετήθηκαν ενημερωτικές πινακίδες, μεταξύ των οποίων και ειδική για ΑΜΕΑ (Braille).

Παράλληλα, μια σειρά μελετών, οι οποίες είτε ανατέθηκαν στο πλαίσιο του έργου, είτε εκπονήθηκαν από το προσωπικό της ΕΦΑ Πρέβεζας και του έργου είτε παραχωρήθηκαν από τρίτους (ΔΙΑΖΩΜΑ), εγκρίθηκαν από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο και συνέβαλλαν στην ένταξη του έργου στο επόμενο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα.

Το Δεκέμβριο 2016 το έργο «Προστασία, συντήρηση και αποκατάσταση Μεγάλου Θεάτρου Νικόπολης (Β΄ Φάση)» εντάχθηκε στον Άξονα Προτεραιότητας «Προστασία του Περιβάλλοντος και αειφόρος ανάπτυξη» του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ήπειρος», με χρηματοδότηση, ύψους 2.800.000 ευρώ. Στο πλαίσιο αυτής της φάσης, που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2017, οι εργασίες πεδίου επικεντρώθηκαν κυρίως στην αποκάλυψη του κάτω κοίλου, της ορχήστρας και του προσκηνίου του Θεάτρου. Αποχωματώθηκαν το Δυτικό Παρασκήνιο και ο Δυτικός Aditus Maximus καθώς και μεγάλο τμήμα του Δυτικού Αναλήμματος ώστε να αποκαλυφθούν οι αντηρίδες του. Ακόμη, αποκαλύφθηκε η αύλακα για τον μηχανισμό της αυλαίας μεταξύ προσκηνίου και ορχήστρας και το κλιμακοστάσιο στα δυτικά του σκηνικού οικοδομήματος. Πραγματοποιήθηκαν και συνεχίζονται εργασίες στερέωσης και αποκαταστάσεις σε ένα μεγάλο τμήμα του κοίλου αλλά και στον τοίχο της περιμετρικής στοάς. Παράλληλα, συντηρείται μεγάλο μέρος των κινητών ευρημάτων του μνημείου (όπως νομίσματα, γλυπτά, αρχιτεκτονικά μέλη).

Σήμερα, το μεγάλο τμήμα του έργου που έχει ολοκληρωθεί επιτρέπει στον επισκέπτη να κατανοήσει τη μορφή, τις διαστάσεις και τη μνημειακότητα του Θεάτρου. Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών, το Θέατρο της Νικόπολης θα αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα της ρωμαϊκής δημόσιας αρχιτεκτονικής, καθώς και ένα ακόμη βήμα για την πραγμάτωση του αρχαιολογικού πάρκου της Νικόπολης.

Το Θέατρο τμήμα ενός αρχαιολογικού πάρκου

Ο ερειπιώνας της Νικόπολης αποτελεί τον μεγαλύτερο αρχαιολογικό χώρο των ρωμαϊκών χρόνων στην Ελλάδα, καταλαμβάνοντας έκταση περίπου 13.500 στρεμμάτων. Τα υλικά του κατάλοιπα αντιπροσωπεύουν εκφάνσεις της ιστορικής διαδρομής της πόλης χωρίς αναμοχλεύσεις των αρχαιολογικών στρωμάτων από προγενέστερες ή μεταγενέστερες εγκαταστάσεις. Τα ερείπια, που σε ορισμένες περιπτώσεις διατηρούνται σε αξιοθαύμαστο ύψος, επιτρέπουν την πρόσληψη συνολικής εικόνας ενός μεγάλου αρχαίου αστικού κέντρου.

Ο αρχαιολογικός χώρος της Νικόπολης προστατεύεται σύμφωνα με την εθνική και διεθνή νομοθεσία, ενώ από το 1980, οπότε και ιδρύθηκε η Επιστημονική Επιτροπή Νικόπολης, εντατικοποιήθηκαν οι προσπάθειες και οι δράσεις προστασίας, διαχείρισης και προβολής των μνημείων. Με μια σειρά συνεδρίων, ερευνών και μελετών, η Επιτροπή προχώρησε στη σύνταξη ολοκληρωμένου προγράμματος (Master Plan) ώστε ο αρχαιολογικός χώρος να μετασχηματιστεί σε οργανωμένο αρχαιολογικό πάρκο.

Η αποκατάσταση του πολιτιστικού τοπίου έχει ως στόχο την ανάδειξη επιλεγμένων μνημείων που θα μπορούσαν να ανασυνθέσουν ως ένα βαθμό την εικόνα της αρχαίας πόλης. Με αυτό το σκεπτικό δημιουργήθηκαν οκτώ μνημειακοί πυρήνες μεταξύ των οποίων και το Προάστειο που περιλαμβάνει το Στάδιο, το Γυμνάσιο και το Μεγάλο Θέατρο.

Η πραγμάτωση αυτής της πρότασης θα αποδώσει στο ελληνικό και διεθνές κοινό, το μεγαλύτερο αρχαιολογικό πάρκο των ρωμαϊκών χρόνων στην Ελλάδα. Ο επισκέπτης θα έχει τη δυνατότητα να περιηγηθεί στους δρόμους και τα μνημεία μιας σημαντικής πόλης της αρχαιότητας, πλήρως ενταγμένης στο φυσικό περιβάλλον ως αναπόσπαστο τμήμα του.

Xάρτης

Font Resize